παναρχος


παναρχος
    πάναρχος
    πάν-αρχος
    2
    (ᾰν) властвующий над всем, всевластный
    

(θρόνοι Aesch.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "παναρχος" в других словарях:

  • πάναρχος — πάναρχος, ον (Α) αυτός που άρχει στα πάντα, πανίσχυρος, παντοδύναμος, παντοκράτωρ. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + αρχος (< ἀρχή)] …   Dictionary of Greek

  • πανάρχοις — πάναρχος all powerful masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παν- — και παμ και παγ (ΑΜ παν και παμ και παγ ) α συνθετικό ονομάτων και ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο ουδέτερο παν (με ᾰ βραχύ) τού επιθ. πᾱς*. Το ν του α συνθετικού διατηρείται όταν το β συνθετικό αρχίζει από φωνήεν ή… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.